Bourazani

Βιοποικιλότητα

flower Παρατήρηση λουλουδιών   bird Παρατήρηση πουλιών 

butterf Παρατήρηση πεταλούδων  nature konitsa Nature 2000

 

Η αξία διατήρησης της περιοχής Μπουραζανίου

Η ΒΔ Ελλάδα, λόγω της ενδιάμεσης θέσης της μεταξύ περιοχών όπου κυριαρχούν τα Κεντρο-Ευρωπαϊκά και Μεσογειακά χλωριδικά στοιχεία, χαρακτηρίζεται γενικά από μεγάλο χλωριδικό πλούτο σε επίπεδο ειδών που ανήκουν και στις δυο χλωριδικές περιοχές. Επιπρόσθετα στο παραπάνω ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ΒΑ Ελλάδας, η περιοχή Μπουραζανίου, χαρακτηρίζεται από ασυνήθιστα υψηλή ποικιλότητα σε επίπεδο ειδών και οικοτόπων, λόγω του εύρους των κλιματικών και υψομετρικών συνθηκών και της ποικιλίας των τοπογραφικών συνθηκών και γεωλογικών υποστρωμάτων που απαντούν στην περιοχή.

Επιπλέον, οι ανθρωπογενείς δράσεις που λαμβάνουν χώρα εδώ και αρκετές χιλιάδες χρόνια, έχουν επιφέρει ως αποτέλεσμα ένα σύνθετο μωσαϊκό από φυσικούς, ημι-φυσικούς και ανθρωπογενείς οικοτόπους που προάγουν τα υψηλά επίπεδα βιοποικιλότητας. Στην εξεταζόμενη περιοχή έχουν μέχρι τώρα καταγραφεί περισσότερα από 800 διαφορετικά φυτικά taxa, ορισμένα από τα οποία είναι ιδιαίτερα αξιόλογα με πληθυσμούς όχι μεγάλους και ευρέως εξαπλωμένους (π.χ. Paeonia peregrina), και /είτε ενδημικά είδη της Βαλκανικής, ενώ η χλωρίδα της περιοχής χαρακτηρίζεται από ένα εξαιρετικά μεγάλο πλούτο σε ορχεοειδή, που αντιστοιχούν στο 15% (45 φυτικά taxa της Οικογένειας Orchidaceae) του προαναφερόμενου συνολικού αριθμού ειδών χλωρίδας της περιοχής. Πρόκειται, από όσο είναι γνωστό, για το μεγαλύτερο αριθμό ορχεοειδών που έχουν καταγραφεί μέχρι τώρα σε μια σχετικά μικρή περιοχή.

Υπομεσογειακά φυλλοβόλα δάση δρυός με διάφορα είδη βελανιδιάς (πλατύφυλλη δρυς: Quercus frainetto, μακεδονική δρυς: Quercus trojana, χνοώδης δρυς: Quercus pubescens, ευθύφλοια δρυς: Quercus cerris) καλύπτουν εκτεταμένες επιφάνειες, κυρίως στα χαμηλά και μεσαία τμήματα της περιοχής, ενώ στις μεγάλου υψομέτρου ορεινές ζώνες απαντούν δάση κωνοφόρων, με κύρια δομικά τους στοιχεία τη μαύρη πεύκη (Pinus nigra) και την υβριδογενή ελάτη (Abies – borisii-regis). Τα δάση κωνοφόρων επιδεικνύουν μια σχεδόν φυσική δομή (κοντά στο δυνητικό στάδιο) και ένα φυσικό συνδυασμό ειδών, παρά το γεγονός ότι η βόσκηση αποτελεί την πιο συνηθισμένη ανθρωπογενή δραστηριότητα. Τα υπομεσογειακά φυλλοβόλα δάση δρυός, δείχνουν σημάδια προηγούμενης ανθρωπογενούς επέμβασης, στη βάση της εφαρμοζόμενης διαχειριστικής πρακτικής, όπως η βόσκηση, οι πρεμνοφυείς συστάδες και η κλαδονομή. Μεταξύ των Υπο-Μεσογειακών ξυλωδών ειδών που απαντούν στην περιοχή, υπάρχουν αρκετά σπάνια Ευρωπαϊκά και Βαλκανικά ενδημικά, όπως: η αγριοφουντουκιά ή αγριολεπτοκαρυά (Corylus colurna), (ιπποκαστανιά) Aesculus hippocastanum και Quercus trojana (δρυς η μακεδονική). Σε περιοχές που δεν έχουν αξιοποιηθεί, όπως κοντά σε εκκλησίες, απαντούν πολύ καλά διατηρημένα δένδρα των ειδών: Prunus mahaleb (αγριοκερασιά), Cornus mas (κρανιά), Ostrya carpinifolia (οστρυά ή μελιόγαυρος) με ασυνήθιστα μεγάλες περιμέτρους κορμών.

Πρόκειται για σπάνιες μορφές αυτών των δενδρωδών ειδών στο σύνολο της περιοχής εξάπλωσής τους στον Ευρωπαϊκό και Βαλκανικό χώρο. Η φυσική βλάστηση των ανοιχτών-φωτεινών βιοτόπων, περιορίζεται σε βραχώδεις και μόνιμα υγρές θέσεις, που συνήθως απαντούν στις πηγές καθώς και στις εκτεθειμένες στο δυναμικό της κατάκλυσης των ποταμών και χειμάρρων. Απαντούν ακόμη παραποτάμιες μονάδες βλάστησης με δάση και θαμνώνες που συγκροτούνται από πλατάνια (Platanus orientalis), σκλήθρο (Alnus glutinosa) και διάφορα είδη ιτιάς (Salix spp.), κατά μήκος των όχθων του ποταμού Αώου, που διαμορφώνει οικοτόπους στην κοίτη του ποταμού σε μεγάλες αποστάσεις.